Romania Pillow
ΡΟΥΜΑΝΙΑ – METAHUMAN DRACULA
Ως αφετηρία για την κατανόηση του συγκεκριμένου εικαστικού έργου θα αξιοποιηθεί η θεωρητική προσέγγιση της Katherine Hayles στο How We Became Posthuman, σύμφωνα με την οποία «το μεταουμανιστικό υποκείμενο είναι ένα αμάλγαμα από ετερόκλιτα στοιχεία» (“The posthuman subject is an amalgam, a collection of heterogeneous components”) (Hayles, σ.3). Το πορσελάνινο μαξιλάρι αγκαλιάζει συμβολικά το χιονισμένο σχεδόν παγωμένο μαύρο πύργο του Δράκουλα (Bran Castle) έναν υβριδικό τόπο εμπειρίας, με μια υλικότητα ταυτόχρονα εύθραυστη και σκληρή, σαν να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο αντίθετα άκρα, αυτό ενός τρυφερού ονείρου και ενός σκληρού εφιάλτη, όπου το ανθρώπινο και το μη ανθρώπινο συνυπάρχουν ως ρευστές μορφές ύπαρξης, που ακροβατούν μεταξύ πραγματικότητας και φανταστικού.
Το εικαστικό έργο συνομιλεί με τη γοτθική μεταουμανιστική φαντασία αλλά και ευρύτερα με σημαντικό μέρος της σύγχρονης κουλτούρας τρόμου. Όπως επισημαίνει ο Franco Moretti στο The Dialectic of Fear (1982):«Ο φόβος του αστικού πολιτισμού συνοψίζεται σε δύο ονόματα: τον Φρανκενστάιν και τον Δράκουλα.* Το τέρας και ο βρικόλακας γεννήθηκαν μαζί μια νύχτα του 1816 στο σαλόνι της Villa Chapuis και (Villa Diodati) κοντά στη Γενεύη, από ένα παιχνίδι παρέας μεταξύ φίλων για να περάσει η ώρα ενός βροχερού καλοκαιριού».
Ο πύργος του Δράκουλα, (Bran Castle), συνδέεται με τον φόβο της μετάλλαξης του σώματος και την αθανασία, όπως αυτό εμφανίζεται στο μυθιστόρημα Dracula (1897) του Bram Stoker, ενώ παράλληλα σε αυτό το μαύρο κάστρο μπορεί να ζει το οποιοδήποτε ανθρώπινο υβρίδιο «τέρας». Το χιόνι που το περιβάλλει παγώνει τον χρόνο και παραπέμπει σε μια παγωμένη στιγμή μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Το εικαστικό έργο ολοκληρώνεται με την παρουσία χρυσών ρωγμών επιρροή που δέχτηκα ως μελετητής των ασιατικών πολιτισμών και του ανατολικού τρόπου σκέψης. Η Ιαπωνική τεχνική του Kintsugi αντιμετωπίζει το σπάσιμο όχι ως κάτι που “πρέπει να κρυφτεί”, αλλά ως μέρος της ιστορίας του αντικειμένου αναδεικνύοντας το. Κάτι σπασμένο μπορεί να γίνει ακόμη πιο “σημαντικό” μετά την επισκευή του. Μια ρωγμή ως τραύμα είναι μια εμπειρία που σε καθορίζει και σε ακολουθεί για πάντα, δεν διαγράφεις το τραύμα, το ενσωματώνεις. Έτσι, η ρωγμή μετατρέπεται σε σύμβολο ύπαρξης και μνήμης, το σπασμένο δεν βιώνεται ως φθορά, αλλά ως μια νέα, πιο σύνθετη μορφή ύπαρξης, ως μια επανεγγραφή και αναδημιουργία παραπέμποντας στη μεταουμανιστική προοπτική επαναπροσδιορισμού και επανασύνθεσης. Το εικαστικό έργο εγγράφεται στην προβληματική της μεταουμανιστικής προσέγγισης, με κύριους άξονες τη συνύφανση και τη συνύπαρξη.
Romania – Metahuman Dracula
Sculpture, 14 x 14 cm, high-quality white porcelain, 8 g of 24-karat gold, gray stoneware clay /1200
As a starting point for understanding this artistic work, Katherine Hayles’ theoretical approach in How We Became Posthuman (1999) is employed, where she states that “The posthuman subject is an amalgam, a collection of heterogeneous components” (Hayles, p. 3). The porcelain pillow symbolically embraces the snow-covered, almost frozen black castle of Dracula (Bran Castle), a hybrid site of experience with a materiality that is simultaneously fragile and hard—balancing between two opposing states: a tender dream and a harsh nightmare. Here, the human and the non-human coexist as fluid forms of existence, oscillating between reality and the imaginary.
The work engages with gothic posthumanist imagination and broader contemporary horror culture. As Franco Moretti notes in The Dialectic of Fear (1982): “The fear of urban civilization is summed up in two names: Frankenstein and Dracula.” The monster and the vampire were born together one night in 1816 at the Villa Diodati near Geneva, during a gathering of friends passing time in a rainy summer.
Bran Castle is associated with fears of bodily transformation and immortality, as reflected in Bram Stoker’s Dracula (1897), where any human hybrid “monster” might reside within this black castle. The surrounding snow freezes time, evoking a suspended moment between past and present.
The work is completed through the presence of golden cracks, influenced by my study of Asian cultures and Eastern philosophy. The Japanese technique of Kintsugi does not conceal breakage but highlights it as part of the object’s history. Something broken can become even more significant after repair. A crack, as trauma, is an experience that shapes and follows one permanently; it is not erased but integrated. Thus, the crack becomes a symbol of existence and memory. The broken is not experienced as decay but as a more complex form of being—a rewriting and regeneration aligned with a posthuman logic of reconfiguration and recomposition. The work is grounded in posthuman thought, focusing on entanglement and coexistence.